Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Οι μελοποιήσεις του «Ερωτόκριτου»



Μουσική Νίκος Μαμαγκάκης

Του κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνου/
και του τροχού που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνου, /
και του καιρού τ’ αλλάματα που αναπαημό δεν έχου,/
μα στο καλό κ εις το κακό περιπατούν και τρέχουν.

Με αυτούς τους στίχους αρχίζει το εκτενέστερο (10.052 δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι) και σημαντικότερο έργο της περιόδου ακμής της κρητικής λογοτεχνίας, του 16ου και 17ου αιώνα, το έμμετρο ερωτικό ποιητικό μυθιστόρημα «Ερωτόκριτος», το οποίο συνέθεσε ο Βιτσένζος Κορνάρος, πιθανόν μέχρι το1646. Πρόκειται για την ιστορία δυο νέων, του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας, η αγάπη των οποίων αποδείχτηκε πιο δυνατή από κάθε είδους αντιξοότητες που συνάντησε στο δρόμο της λόγω της διαφορετικής κοινωνικής καταγωγής τους. Κι αν ακόμη παραμένουν υπό συζήτηση τρία σοβαρά φιλολογικά ζητήματα, το θέμα της ταυτότητας του ποιητή, η χρονολόγηση του έργου και το αρχικό του πρότυπο, η διαχρονική αγάπη του λαού μας το έχει καταστήσει ένα από τα δημοφιλέστερα λαϊκά αναγνώσματα. Μάλιστα ο θρύλος λέει ότι εξακολουθούν μέχρι σήμερα να υπάρχουν γέροντες στον Ψηλορείτη οι οποίοι το απαγγέλουν ολόκληρο από μνήμης…

Ο «Ερωτόκριτος» όμως εκτός από δημοφιλές ανάγνωσμα ήταν και είναι ένα εξαιρετικά αγαπητό μελοποιημένο ποίημα. Οι δύο γνωστές μελωδίες του –αγνώστου συνθέτη- τραγουδιούνται σε ρυθμό 5/8 όπως τα δημοτικά τραγούδια. Άλλωστε υπάρχει μεταξύ τους και στιχουργική συγγένεια καθώς ο στίχος του «Ερωτόκριτου» είναι ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος –ο πιο συνηθισμένος στίχος των δημοτικών τραγουδιών- χωρισμένος νοηματικά και στιχουργικά σε δύο ημιστίχια (7+8 συλλαβές) με τη διαφορά όμως ότι στο έργου του Κορνάρου έχουμε ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία. Υπάρχουν όμως μαρτυρίες όπως του σπουδαίου κρητικού βιολιστή Κώστα Παπαδάκη ή Ναύτη (1920-2003), ο οποίος υποστήριζε ότι η αυθεντική μουσική του «Ερωτόκριτου» ήταν σε ρυθμό 4/4, σαν σιγανό πεντοζάλι, σε ρυθμό κοντυλιάς, και με βασικό όργανο το βιολί.

Η πρώτη πάντως νεοελληνική μελοποίηση του έργου έγινε πιθανότατα στα 1935 ή 1937, από τον συνθέτη Αλέκο Αλιμπέρτη, ο οποίος «έγραψε την όπερα «Ερωτόκριτος» σε λιμπρέτο του Θ. Συναδινού που ήταν μια ακόμη διασκευή του έργου του Κορνάρου και παρουσιάστηκε στο θέατρο «Ολυμπία» και εκτός από την παραδοσιακή σύνθεση της ορχήστρας συμμετείχαν και 9 βιολύρες και λυρόηχα» όπως σημειώνει ο σκηνοθέτης και μελετητής του έργου, Σπύρος Ευαγγελάτος («Καθημερινή, 11/06/2000).

Για την επικρατούσα όμως σήμερα εκτέλεση αλλά και την προβολή του μελοποιημένου «Ερωτόκριτου» στο ευρύ κοινό καθοριστικό ρόλο έπαιξε ο Νίκος Ξυλούρης και η ενορχήστρωση του Χριστόδουλου Χάλαρη –βασισμένη πάνω και σε παλιά μουσικά Κρητικά μοτίβα όπως τα θυμόταν ο Νίκος Ξυλούρης- στον ομώνυμο δίσκο που κυκλοφόρησαν το 1976· το ρόλο της Αρετούσας μάλιστα η νεότατη τότε Τάνια Τσανακλίδου.




Δέκα χρόνια νωρίτερα από τη διασκευή του Ξαρχάκου ένας άλλος συνθέτης, ο κρητικός Νίκος Μαμαγκάκης αποφασίζει να ασχοληθεί με το έργο, με το οποίο μέχρι πρόσφατα συνεχίζει να συνδιαλέγεται με νέες διασκευές (το 1985 ως όπερα, και πιο πρόσφατα από τη δισκογραφική του εταιρεία «Ιδαία» με τους δίσκους «Η μπαλάντα του Ερωτόκριτου», «Ερωτόκριτος-μελόδραμα σε πέντε μέρη», « «Ερωτόκριτος: η εκδοχή της Σητείας» και «Ο άγιος Ερωτόκριτος», ένα μουσικό μονόδραμα βασισμένο σε αποσπάσματα από τον «Νέο Ερωτόκριτο» του Παντελή Περβελάκη). Ο ίδιος ο Μαμαγκάκης σημειώνει στα ένθετα των νέων εκδόσεων: «Ο «Ερωτόκριτος» είναι το πρώτο μου έργο που κυκλοφόρησε σε δίσκο και είχε λαϊκή απήχηση. Δεν βασίζεται στο επαναληπτικό μοτίβο των 5/8, που έχει γεννήσει η αέναη εκφορά του δεκαπεντασύλλαβου του Ερωτόκριτου και που παίζεται και τραγουδιέται από τους παραδοσιακούς μουσικούς της Κρήτης. (Είναι αμιγώς παραδοσιακό και δεν ανήκει σε επώνυμο δημιουργό). Εγώ δανείστηκα μόνο το άρωμά του, δεν το έχω μεταχειριστεί ούτε μια φορά αυτούσια, αντίθετα έχω επινοήσει ένα πλήθος από νέα μοντέλα (παραλλαγές) πάνω στους δεκαπεντασύλλαβους στίχους.»