Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

Συμφωνία (μουσική)

Μορφολογικό σχήμα της κλασικής συμφωνίας
ΜέροςΜορφήΡυθμική αγωγήΤονικότητα
1ο μέρος,Φόρμα σονάταςΓρήγορη
(π.χ. Allegro)
Τονική
2ο μέροςασματική μορφή («Ληντ») ή
Φόρμα σονάτας ή
Θέμα και παραλλαγές
Αργή
(Adagio, Andante, ...)
Δεσπόζουσα ή
Υποδεσπόζουσα ή
Σχετική μείζονα/ελάσσονα
3ο μέροςΜενουέτο-Τρίο ή
Σκέρτσο (στον Μπετόβεν)
Μέτρια (Μενουέτο-Τρίο)
Γρήγορη έως πολύ γρήγορη (Σκέρτσο)
Χορευτικός ρυθμός
Τονική
4ο μέρος,
«Φινάλε»
Φόρμα σονάτας ή
Ροντό ή
Θέμα και παραλλαγές
Γρήγορη
(Allegro, Vivace, Presto, ...)
Τονική

Ο Χάυντν χαρακτηρίζεται συχνά και ως «πατέρας της συμφωνίας», όχι με την έννοια του εφευρέτη του είδους, αλλά ως συνδετικός κρίκος μεταξύ της συμφωνίας της Σχολής του Μανχάιμ και της συμφωνίας της κλασικής εποχής, με την οποία ασχολήθηκε εκτεταμένα, οδηγώντας στην οριστική της διαμόρφωση. Σύμφωνα με τον κατάλογο του Hoboken, έγραψε περί τις 108 συμφωνίες από το 1757 έως το 1795. Η εξέλιξη της συμφωνίας αντικατοπτρίζεται χρονολογικά σε κάποιο βαθμό στην εξέλιξη της συμφωνική γραφής του Χάυντν, αφού οι περισσότερες από τις πρώιμες συμφωνίες του είναι τριμερείς και χρησιμοποιούν ένα θέμα στο πρώτο μέρος («μονοθεματική φόρμα σονάτας»), ενώ στην ύστερή του περίοδο, οι συμφωνίες του είναι τετραμερείς και το πρώτο μέρος είναι σε φόρμα σονάτας, με διακριτό δεύτερο θέμα. Ο Χάυντν είναι επίσης εκείνος που προσέδωσε και το αισθητικό βάρος στο είδος, διευρύνοντας τη συμφωνία ενορχηστρωτικά αλλά και από την άποψη της χρονικής διάρκειας, κάτι που πέτυχε με την καθιέρωση της εκτεταμένης επεξεργασίας των θεμάτων και των μοτίβων του στα πλαίσια της ανάπτυξης.
Η συμφωνική δημιουργία του Μότσαρτ συμπίπτει χρονολογικά με εκείνη του Χάυντν. O Μότσαρτ έγραψε την πρώτη του συμφωνία σε ηλικία 8 ετών, αλλά με διαφορετικές συνθετικές κατευθύνσεις. Η άμεση σύγκριση με τον Χάυντν ίσως να τον αδικεί, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός των συμφωνιών του Μότσαρτ γράφτηκε στη διάρκεια της παιδικών και των εφηβικών του χρόνων και πολλές από αυτές ανήκουν στο είδος της οπερατικής εισαγωγής (“Sinfonia”). Κατά γενική ομολογία πάντως, η συμφωνία δεν ήταν το δυνατότερο του σημείο, αν μάλιστα αναλογισθεί κανείς το μέγεθος της συμβολής του στα είδη της μουσικής κοντσερτάντε και της όπερας στα οποία υπάρχει μια διαρκής αναζήτηση μορφολογικών και υφολογικών καινοτομιών. Ανάλογη εξέλιξη δεν παρατηρείται στον τομέα της συμφωνικής μουσικής. Μετά από μια πρώτη κορύφωση το 1773, με συμφωνίες όπως η αρ. 25 (KV183), η αρ. 28 (KV200) και η αρ. 29 (KV201) ο συνθέτης επέστρεψε συχνά στην τριμερή μορφή της συμφωνίας με λιγότερο ικανοποιητικά αποτελέσματα. Οι έξι τελευταίες συμφωνίες του όμως θεωρούνται αριστουργήματα της δυτικής μουσικής. Σε αυτές συγκαταλέγονται οι: αρ. 38 (KV504, «Της Πράγας»), αρ. 39 (KV543), αρ. 40 (KV550) και αρ. 41 (KV551, «Του Διός»).

Ο Μπετόβεν, με τις 9 συμφωνίες του, επηρέασε αποφασιστικά τους συγχρόνους του αλλά και τους μεταγενέστερους συνθέτες που αποπειράθηκαν να γράψουν συμφωνίες, σε σημείο που να διστάζουν να ασχοληθούν με το είδος, φοβούμενοι την σύγκριση με τις μπετοβενικές συμφωνίες. Οι πρώτες του συμφωνίες είναι φανερά επηρεασμένες από τον Χάυντν. Από την 3η συμφωνία όμως και εξής, ο Μπετόβεν προχωρεί στην αναμόρφωση της συμφωνίας. Συγκεκριμένα, αντικαθιστά το μενουέτο-τρίο με το σκέρτσο, προτείνει για κάθε συμφωνία και μια διαφορετική μορφολογική παραλλαγή του είδους, καθώς και μια διαφορετική σύνθεση της ορχήστρας. Οι πιο γνωστές του συμφωνίες, που θεωρούνται ταυτόχρονα και τα κορυφαία του έργα, είναι η 3η (σε Μι ύφεση μείζονα, «Ηρωϊκή»), η 5η (σε Ντο ελάσσονα), η 6η (σε Φα μείζονα, «Ποιμενική») και η 9η (σε Ρε ελάσσονα)[1]. Η επιδίωξη της μοναδικότητας και του μνημειώδους, όπως αυτή εμφανίζεται στις συμφωνίες του Μπετόβεν, σχετίζεται και με τις νέες αστικές κοινωνικές δομές που επέφερε η Γαλλική Επανάσταση, αλλά και με το πνεύμα της νεωτερικότητας στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία και τέχνη του τέλους του 18ου αιώνα.